Πόσο νερό πρέπει να πίνουμε, καθημερινά; Συμπτώματα αφυδάτωσης

Το νερό στον οργανισμό μας από την μια εμποδίζει τις απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας του σώματος που θα μπορούσαν να αποβούν καταστρεπτικές για τον οργανισμό και από την άλλη επιτρέπει την απομάκρυνση θερμότητας με τον ιδρώτα.
Παρόλο που δεν έχει θρεπτική αξία, εντούτοις παίζει σημαντικό ρόλο στη διατροφή. Επιπλέον αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ρυθμιστικούς παράγοντες του σωματικού βάρους. Είναι απαραίτητο για τις χημικές διαδικασίες του μεταβολισμού και την πρόληψη της αφυδάτωσης και παίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που ο οργανισμός διαχειρίζεται τα αποθέματα λίπους. Όταν γεννιόμαστε είμαστε κατά το 75% του βάρους μας νερό, όσο μεγαλώνουμε ανάλογα με το φύλο και την ηλικία το νερό μειώνεται περίπου στο 60%. Αν και το ανθρώπινο σώμα παράγει καθημερινά ορισμένη ποσότητα νερού, αυτή δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του. Γι’ αυτό, είναι απαραίτητη η επιπλέον πρόσληψη υγρών μέσω της διατροφής. Οι καθημερινές ανάγκες ενός ατόμου σε νερό ποικίλουν και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες ζωής του αλλά και από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του οργανισμού του.

Σύμφωνα με τις διεθνείς συστάσεις, η πρόσληψη νερού πρέπει να κυμαίνεται περίπου στο 1 ml ανά θερμίδα ενεργειακής κατανάλωσης για άτομα που ζουν σε περιβάλλοντα με κανονική θερμοκρασία.

Σε έναν άνδρα που καταναλώνει κατά μέσο όρο 3.000 θερμίδες (Kcal) την ημέρα, συνιστάται η καθημερινή πρόσληψη 3 λίτρων υγρών.

Η περιεκτικότητα του ανθρώπινου οργανισμού σε νερό και μεταλλικά άλατα εξαρτάται από την ηλικία, το φύλο και τη σωματική διάπλαση. Γενικά, ένα παχύσαρκο άτομο έχει λιγότερο νερό στον οργανισμό του σε σύγκριση με ένα λιπόσαρκο άτομο. Για τον ίδιο λόγο οι άνδρες έχουν μεγαλύτερη ποσότητα νερού στο σώμα τους σε σύγκριση με τις γυναίκες, αφού έχουν μικρότερη περιεκτικότητα σε λίπος. Φυσιολογικά η ποσότητα του νερού που προσλαμβάνεται από τον οργανισμό πρέπει να είναι ίση με τη ποσότητα που αποβάλλεται.

Κύριοι παράγοντες ρύθμισης της ενυδάτωσης του οργανισμού είναι:

  • το αίσθημα της δίψας
  • η αντιδιουρητική ορμόνη που παράγεται στον εγκέφαλο
  • οι νεφροί
  • η ορμόνη αλδοστερόνη

Τα κύρια μεταλλικά στοιχεία στον οργανισμό είναι το νάτριο και το κάλιο. Το νάτριο είναι το στοιχείο που υπάρχει και στο αλάτι το οποίο ευθύνεται για την κατακράτηση των υγρών στο σώμα ενώ το κάλιο έχει αντίθετη δράση από το νάτριο (η πρόσληψη του είναι περίπου 1,43 – 6,54 γρ. την ημέρα).

Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες ο άνθρωπος προσλαμβάνει και αποβάλλει περίπου 2 – 2,5 λίτρα υγρών ημερησίως. Η κύρια οδός αποβολής είναι τα ούρα και σε μικρότερο βαθμό τα κόπρανα και ο ιδρώτας. Φυσικά τα δεδομένα αλλάζουν σε ένα ιδιαίτερα θερμό περιβάλλον όπου ο ιδρώτας παίζει σημαντικότερο ρόλο στην αποβολή νερού καθώς είναι κύριας σημασίας για τη διαδικασία της θερμορύθμισης, δηλαδή της διατήρησης σταθερής σε ένα συγκεκριμένο εύρος της θερμοκρασίας του σώματος και γιατί χωρίς αυτή τη διαδικασία δεν θα ζούσαμε.

Πόσο νερό πρέπει να πίνουμε;

Μέχρι και πολύ πρόσφατα είχαμε τη σύσταση για κατανάλωση νερού τουλάχιστον 8 ποτηριών τη μέρα (συνολικά 2-2,5 λίτρα).
Σήμερα αυτό δεν ισχύει για διάφορους λόγους: η ποσότητα αυτή περιλαμβάνει όλη την πρόσληψη νερού που παίρνουμε με την διατροφή μας, συμπεριλαμβανομένης της τροφής και των υγρών (εκτός του νερού). Επίσης, δεν αναφέρεται καθόλου στο σωματικό βάρος του ατόμου που αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα για να υπολογίσουμε πόσο νερό χρειάζεται κάποιος.

Η ποσότητα που έχει ανάγκη ο καθένας ποικίλει ανάλογα με το αν είναι άρρωστος ή αν γυμνάζεται. Ούτε είναι καλό να πίνετε νερό μόνο όταν διψάσετε, γιατί μέχρι τότε έχετε ήδη αφυδατωθεί.

Ο πυρετός, ο εμετός και η διάρροια προκαλούν απώλεια υγρών από το σώμα, τα οποία πρέπει να αντικατασταθούν (ακόμα και με ενδοφλέβια χορήγηση στο νοσοκομείο, αν κριθεί αναγκαίο).

Εξάλλου, ασθένειες όπως οι ουρολοιμώξεις και η νεφρολιθίαση απαιτούν πρόσθετη κατανάλωση υγρών για να αντιμετωπισθούν καλύτερα. Αντιθέτως, ασθένειες όπως η καρδιακή ανεπάρκεια και ορισμένες νόσοι των νεφρών, του ήπατος και των επινεφριδίων μπορεί να εμποδίσουν την αποβολή υγρών, οπότε οι ασθενείς πρέπει να περιορίζουν την κατανάλωση υγρών. Για όλες αυτές τις ασθένειες οι γιατροί ενημερώνουν τους ασθενείς τι ακριβώς πρέπει να κάνουν.

Όπως προαναφέρθηκε, τα άτομα με αυξημένο σωματικό λίπος έχουν στο σώμα τους λιγότερο νερό και ο στόχος για αυτά προσδιορίζεται στα 12 ποτήρια νερό ημερησίως ή και περισσότερα – όχι βέβαια «μαζεμένα», αλλά σχεδόν ομοιόμορφα κατανεμημένα κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Οι έγκυοι και οι γυναίκες που θηλάζουν τα μωρά τους χρειάζονται πρόσθετες ποσότητες υγρών για να παραμείνουν ενυδατωμένες. Συνιστάται στις εγκύους να πίνουν καθημερινά 2,4 λίτρα υγρών (περίπου 10 φλιτζάνια) και στις γυναίκες που θηλάζουν 3 λίτρα (περίπου 12,5 φλιτζάνια) την ημέρα.

 

Συμπτώματα και πρόληψη της αφυδάτωσης

Η υπερβολικά έντονη άσκηση, η έντονη εφίδρωση, ο εμετός και η διάρροια αποτελούν συνήθεις αιτίες αφυδάτωσης, η οποία μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη, κυρίως για τα μωρά και τους ηλικιωμένους.

Συμπτώματα:

  • Ήπια έως έντονη δίψα
  • Κόπωση
  • Πονοκέφαλος
  • Ξερό στόμα
  • Περιορισμένη ή ανύπαρκτη διούρηση
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Ζάλη
  • Ίλιγγος

 

Πρόληψη της αφυδάτωσης

  • Να πίνετε ένα ποτήρι νερό με κάθε γεύμα και μεταξύ δυο γευμάτων.
  • Να πίνετε νερό πριν, στη διάρκεια και μετά την άσκηση.
  • Πιείτε αρκετά ροφήματα μέσα στην ημέρα σας. Μην ξεχνάτε ότι το τσάι, ο καφές και οι χυμοί βοηθούν στην πρόσληψη υγρών από τον οργανισμό. Όμως προσέξτε τη ζάχαρη που περιέχεται σε κάποια αναψυκτικά.
  • Όταν ξεκινάμε μια νέα συνήθεια, συχνά, μας βοηθάει το να σημειώνουμε πότε την κάνουμε. Έτσι, το συνειδητοποιούμε και επιβεβαιώνουμε στον εαυτό μας ότι δεν έχουμε χάσει το στόχο μας. Κρατήστε, λοιπόν, ένα μικρό ημερολόγιο (ίσως σε κάποιο σημειωματάριο), το οποίο μπορεί να είναι αρκετά απλό και στο οποίο θα γράφετε πόσα ποτήρια νερό έχετε πιει.
  • Η αίσθηση δίψας προκαλείται όταν έχετε ήδη αφυδατωθεί, είναι λοιπόν σημαντικό να ενυδατώνετε τον οργανισμό σας πριν διψάσετε.
  • Αυξήστε την ποσότητα φρέσκων φρούτων και λαχανικών στη διατροφή σας καθώς περιέχουν υψηλή περιεκτικότητα σε νερό.

 

Πηγή: https://medlabgr.blogspot.com/2012/01/blog-post_22.html#ixzz6EiErecgV